Αχαρνών 246 & Πειραιώς 35
Αρχές Ιουλίου 1961, ζεστό πρωινό. Το καλοτάξιδο «Κανάρης» γλι-
στράει πάνω στα πρασινογάλανα αστραφτερά νερά, ανοιχτά της Πει-
ραϊκής. Οι ταξιδιώτες στην πρύμνη και στον διάδρομο της κουπαστής
απολαμβάνουν τη γλυκιά μπουνάτσα. Είναι η ώρα που ο ήλιος λούζει
με την πρώτη του ροδοκίτρινη διάχυση την ασάλευτη μολυβιά θάλασσα
και πάνω της παίζει με πολύχρωμους ιριδισμούς.
Το πλοίο γέρνοντας ελαφρά προς τα δεξιά, σαν να υποκλίνεται στην
ομορφιά των ακτών της Πειραϊκής, στρίβει προς το λιμάνι. Περνάει την
είσοδο και περήφανο χώνεται στην αγκαλιά του Πειραιά. Όλοι είναι ευ-
διάθετοι που το ταξίδι πήρε τέλος. Βλέπουν μια από δω, μια από’ κει,
εντυπωσιασμένοι. Ασυνήθιστα κτηριακά μεγέθη, πρωτοφανής πλούτος
χρωμάτων.
Γεμάτο καράβια το μεγάλο λιμάνι. Όλα τα μεγέθη, όλα τα σκαριά.
Πολλά βγάζουν καπνό από τα φουγάρα τους, άλλα άσπρο καπνό κι
άλλα μαύρο, πυκνό, όλα έτοιμα για να λύσουν παλαμάρι. Το καθένα για
το δικό του ταξίδι. Οι καπνοί χαλούν τη ρομαντική εικόνα του Πειραιά.
Τα μόνα πλεούμενα που δεν έχουν να κάνουν ταξίδι είναι οι μεγάλες
πλατφόρμες με τους γερανούς. Αυτές έπιαναν δουλειά πριν βγει ο ήλιος
και με τους κουβάδες τους, που άνοιγαν σαν στόμα καρχαρία, έβγαζαν
άμμο από το βυθό και τον άφηναν από ψηλά να πέσει στο αμπάρι τους.
Θα ΄ταν και πεντέξι, δεξιά και αριστερά μετά την είσοδο του λιμανιού.
Οι βιαστικοί ταξιδιώτες, με τις βαλίτσες και τις μικροαποσκευές
στα χέρια τους, προχωρούν στο διάδρομο της κουπαστής βήμα-βήμα.
Κάπου-κάπου κάνουν άλματα προς τα εμπρός, με δρασκελιές πάνω από
τις αποσκευές των επιβατών, που δεν βιάζονται και περιμένουν τη σειρά
τους.
Ο παπα-Νικόλας παίρνει στο δεξί του χέρι τη μικρή του βαλίτσα
–θα έμενε για λίγες ημέρες στην Αθήνα– και με το αριστερό κρατιέται
από την κουπαστή. Ακολουθεί ο γιος του, ο Σάκης, σέρνοντας μισοση-
κωμένη τη δική του βαλίτσα. Είναι φουσκωμένη για τα καλά και δεμένη
σταυρωτά με δυνατό σχοινάκι, για να μην σπάσει η κλειδαριά και ανοί-
ξει στα δύο η βαλίτσα. Ανέβαινε στην Αθήνα, τελειόφοιτος γυμνασίου,
για σπουδές και με το βάλε το ένα βάλε και τ’ άλλο, έγινε η βαλίτσα
ασήκωτη για τα λεπτά του μπράτσα.
Ο πατέρας του, με τον αέρα του παπά που υπερβαίνει τους κοσμι-
κούς κανόνες, δεν αργεί να ανοίξει διάδρομο και να βρεθεί πρώτος στη
σειρά. Ο κόσμος έδινε εύκολα χώρο στο ράσο. Φτάνει στη σκάλα και
ικανοποιημένος αφήνει κάτω τη βαλίτσα. Περιμένει να έρθει η ώρα της
αποβίβασης. Ευχάριστη η μυρωδιά του πειραιώτικου λιμανιού στα ρου-
θούνια του Σάκη. Δεν έχει βέβαια το θαλασσινό άρωμα παραλίας του
νησιού του, αλλά χαλάλι του, Πειραιάς είναι αυτός. Εξάλλου και στο
λιμάνι του νησιού η μυρωδιά από τα σφουγγαράδικα και τα ψαράδικα
καΐκια ήταν περίπου ίδια.
Η κίνηση στην παραλιακή λεωφόρο του Πειραιά φαινόταν να αυξά-
νεται και ο ήλιος ανέβαινε βιαστικός κι αυτός, για να χαρίσει λάμψη δρο-
σιάς στην απέραντη πόλη. Είχανε ξανάρθει στον Πειραιά και την Αθήνα
οι δυο τους, πατέρας και γιος, πριν έξι χρόνια. Κάτι γνώρισε τότε από
μεγαλουπόλεις ο δωδεκάχρονος Σάκης, αλλά όλα ήταν συγκεχυμένα
στη μνήμη του. Τώρα, ως υποψήφιος φοιτητής, θα είναι υποχρεωμένος
να μάθει καλά τους δρόμους της Αθήνας. Σ’ αυτούς θα κινείται. Να γίνει
σχεδόν «Αθηναίος», αφού σ’ αυτή την πόλη θα έμενε χειμώνα-καλοκαί-
ρι, χωρίς διακοπές, Χριστουγέννων, Πάσχα και Καλοκαιριού.
Του φαινότανε σαν ψέμα ότι ήρθε για να εγκατασταθεί σχεδόν μό-
νιμα στην Αθήνα! Σε οικοτροφείο. Θα αρχίσει τον αγώνα των εισιτηρί-
ων εξετάσεων. Είχε αποφασίσει να σπουδάσει Φιλολογία. Εκτός κι αν
οι εξετάσεις τον πήγαιναν στη Νομική. Τη Θεολογία μάλλον την είχε
απορρίψει σαν επαγγελματικό προσανατολισμό. Η τύχη θα έδειχνε ποιο
δρόμο θα τραβούσε.
Ο παπά-Νικόλας, σκεφτόταν ο Σάκης, είχε χαράξει πολύ μελετη-
μένα τον προγραμματισμό για το μέλλον μου, πριν εφτά χρόνια! Και
να που πάει να βγει αυτός ο σχεδιασμός του. Ήμουνα μόλις 12 ετών και
έλεγε: «Τελειώνεις το δημοτικό και του χρόνου θα πας στο γυμνάσιο.
Να ξέρεις ότι στην Αθήνα, όταν το παιδί πηγαίνει γυμνάσιο, οι γονείς
του λένε ότι το παιδί τους σπουδάζει. Και όταν με το καλό τελειώσεις
το γυμνάσιο θα σπουδάσεις με όπλο την ψαλτική σου. Εμείς δεν έχου-
με δυνάμεις, όπως βλέπεις, για φοιτητικά μηνιάτικα. Πίσω περιμένουν
άλλα πέντε στόματα (τα τέσσερα αδέρφια και η μάνα) και ο παπάς δεν
έχει μηνιάτικο. Γι’ αυτό, μόλις πάμε εξοχή, εκεί θα αρχίσουμε εντατικά
μαθήματα βυζαντινής μουσικής. Θα αρχίσουμε τα μαθήματα κάτω από
την ασπροσυκιά, δίπλα στην αυλή. Πρωί και απόγευμα. Εσύ πρέπει να
γίνεις πρωτοψάλτης.
»Σε τρία-τέσσερα χρόνια, θα είσαι έτοιμος ψάλτης πρώτης γραμ-
μής. Θα διοριστείς πρώτα στην Κάλυμνο, μετά θα πιάσεις στασίδι στην
Αθήνα και θα έχεις ένα μηνιάτικο. Μ’ αυτό θα σπουδάσεις. Εμείς, παιδί
μου, δεν έχουμε δυνάμεις για μηνιάτικα στην Αθήνα. Εσύ με το μισθό
σου θα τα βγάλεις πέρα μια χαρά».
Όλα τα είχε προγραμματίσει απλά και πάνω σε ασφαλή βάση. Τα
μαθήματα ήταν εξαντλητικά και όταν ο μαθητής διαμαρτυρόταν και δεν
ήθελε μάθημα, έπεφτε η ράβδος με ένα κλωνάρι από την ασπροσυκιά.
Συστηματική παιδεία μετά συστηματικής ράβδου. Τώρα ερχόταν η κρί-
σιμη ώρα που τα οράματα, αν ήταν βάσιμα, έβγαιναν και στη ζωή.
Μέχρι τα δεκαοκτώ του χρόνια όλα πήγαναν καλά. Από το τέλος
της ΣΤ΄ δημοτικού ο πατέρας του έκανε καθημερινά μαθήματα βυζαντι-
νής μουσικής και μέχρι και την Δ΄ γυμνασίου είχε βγάλει όλη την ύλη
μελετώντας από βιβλία κλασικών συγγραφέων. Διορίστηκε ψάλτης
στα 16 του χρόνια και έβγαλε τις δύο τελευταίες τάξεις του γυμνασίου
ως μαθητής και ψάλτης. Αλλά και από τα δέκα του χρόνια είχε αρχίσει
να αμείβεται σαν ψάλτης κανονικός στα ευχέλαια, τις βαπτίσεις, τους
αγιασμούς και τις ιδιωτικές λειτουργίες. Ήταν ο «πρακτικός» ψάλ-
της και πολύτιμος βοηθός του πατέρα του. Είχε και πολύ ωραία φωνή.
Τώρα πια αισθανόταν έτοιμος και για στασίδι της Αθήνας.Ήθελε και
το σπίτι του να βοηθήσει, μα προπάντων ο ίδιος να είναι οικονομικά
ανεξάρτητος.
Και καθώς η σκέψη πήδαγε από το ένα θέμα στο άλλο, λίγο πριν
την αποβίβαση στον Πειραιά, έφερε στο μυαλό του και πάλι το θρήνο
της μάνας στο μουράγιο. Δύο ώρες πριν έρθει το καράβι, έκλαιγε απα-
ρηγόρητη. Λες και ο γιος της πήγαινε σε εμπόλεμη ζώνη. Μέχρι που
λιποθυμούσε και της έριχναν νερά στο πρόσωπο. Εκείνος την παρηγο-
ρούσε: «Γρήγορα θα ξανάρθω, μην κλαις. Μας βλέπει ο κόσμος και χα-
μογελάει…». Αξέχαστες σκηνές. Συγκινήθηκε μ’ αυτές τις αναμνήσεις,
και ο πατέρας του, καθώς τον έβλεπε μελαγχολικό…, τον ξανάφερε στο
λιμάνι του Πειραιά
—Ωραίος ο Πειραιάς, ε;
—Ωραία φαίνονται όλα, απάντησε βάζοντας με το χρώμα της φω-
νής του τέλος στη συζήτηση.
—Βρε βρε μπίγες. Ακόμη βαθαίνουν το λιμάνι. Βλέπεις, μεγαλώ-
νουν τα πλοία, μεγαλώνουν και βαθαίνουν τα λιμάνια.
Δεν είχαν τίποτα το συγκεκριμένο να πούνε. Πιασμένοι από την
κουπαστή ήταν έτοιμοι για την αποβίβαση. Το λιμάνι βοηθούσε την
αλλαγή σκέψεων με τις εντυπωσιακές εικόνες του, που είχαν κάτι το γι-
γαντιαίο παντού. Η σιωπηρή παρατήρηση γέμιζε το κενό και απόδιωχνε
τις μελαγχολικές σκέψεις για το νησί και το σπίτι.
—Να και ο Άγιος Νικόλαος! συνέχισε μετά από λίγο ο πατέρας,
που έψαχνε θέματα, για να φτιάξει τη διάθεση του γιου του. Κοίτα εκ-
κλησία! Τι μεγαλοπρέπεια! Εδώ εκκλησιαζόταν ο παππούς σου, όταν
ανέβαινε στον Πειραιά. Με πήρε κι εμένα σ’ ένα του ταξίδι. Είχε ανέβει
τότε για δέρματα. Ήταν πολύ καλός τεχνίτης, έκανε ωραία σκαρπίνια.
Ήμουνα τότε περίπου 12 χρονών. Να και το «Βασίλισσα Φρειδερί-
κη». Υπερωκεάνιο. Μ’ αυτό πηγαίνουνε στην Αμερική οι Καλύμνιοι.
Περίπου ένα μήνα θέλουν να πάνε. Με το «Πατρίς» πηγαίνουν στην
Αυστραλία. Σαράντα μέρες για Αυστραλία. Πηγαίνουνε κόσμο στην
Αμερική και την Αυστραλία, φέρνουνε πίσω μπόλικο χρήμα. Δες το
«Βασίλισσα Φρειδερίκη». Σωστά το λένε, «πλωτό ανάκτορο». Δες έξι
πατώματα! Το «Κανάρης» έχει δύο, αλλά μια χαρά καραβάκι. Είναι
στο μπόι της «μπρατσέρας» των σφουγγαράδων, αλλά με σαλόνια και
καμπίνες. Έχει και ψηλή πλώρη σαν σφουγγαράδικος «αχταρμάς».
Συνέχιζε να μιλάει ο πατέρας για τις ομορφιές του Πειραιά, για να
ξεκολλάει τον Σάκη από την περίσκεψη και τη συγκίνηση.
?
Το πλοίο πλησιάζει την Ακτή Μιαούλη και οι ναύτες λύνουν τα
σχοινιά της σκάλας. Η πλώρη έρχεται πλάγια στο μουράγιο και πέφτουν
οι κάβοι, μετά από την πρύμνη και οι άλλοι κάβοι. Πλευρίζει το «Κανά-
ρης» και οι επιβάτες είναι έτοιμοι. Πλησιάζουν οι πρώτοι βιαστικοί στη
σκάλα. Όλο και στριμώχνονταν, για πιο γρήγορη αποβίβαση. Ο ναύτης
κάνει νόημα να μη βιάζονται και δοκιμάζει να φέρει στο κεφαλόσκαλο
τη βαλίτσα του Σάκη. Το βάρος της τον παίρνει κάτω.
—Ώπ! Τι έχεις βάλει μέσα, βρε παιδί μου; Πέτρες έχεις βάλει; Πώς
τη σηκώνεις; Θα σε σακατέψει! λέει απορημένος ο ναύτης.
—Ρούχα και βιβλία είναι-απαντά ο Σάκης χαμογελώντας…
—Βιβλία, και βαραίνουν τόσο;
Εκεί λήγει η κουβέντα.
—Κατεβαίνετε, παρακαλώ, φωνάζει ο ναύτης στην κορυφή της
σκάλας. Πατέρας και γιος, πρώτοι στη σειρά.
Σηκώνουν τις βαλίτσες τους και ξεκινούν, μπροστά ο πατέρας με
τα ράσα να φουσκώνουν στη σκάλα του πλοίου. Πίσω του ο Σάκης…
Κατεβαίνουν στα γρήγορα πηγαίνουν λίγο πιο πέρα, στην πλατεία του
λιμενοβραχίονα, για μια ανάσα και… προετοιμασία για τον άλλο αγώνα
του ποδαρόδρομου μέχρι τον ηλεκτρικό.
Ο πατέρας συνεχίζει να μιλάει για τον Πειραιά, πώς ήτανε μετά τη
Μικρασιατική Καταστροφή με τις παράγκες, και για τη σημερινή μεγα-
λοπρέπεια της μεγαλούπολης. Δείχνει με την ομπρέλα του τις τεράστιες
πολυκατοικίες των πέντε και έξι ορόφων, τα πολλά αμάξια που κυκλο-
φορούσαν στην παραλιακή λεωφόρο, και του υπόσχεται ότι σύντομα θα
δει και το τραμ, τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο…
Ο πατέρας προσπαθούσε να αλλάζει σκέψεις στον πεσμένο ψυχο-
λογικά γιο του και, ανάμεσα στα άλλα, του εξηγούσε πόσο εύκολο θα
είναι να παίρνει το καράβι και να κατεβαίνει στην Κάλυμνο για τριήμε-
ρα-τετραήμερα… Μετά συνέχιζε με οδηγίες για το πώς πρέπει να προ-
φυλάσσει τη φωνή του από το καλοκαιρινό αγιάζι της Αθήνας (κάπου το
πήγαινε…) και τις βραχνάδες από τα παγωμένα νερά…
—Ακόμα δεν ανεβήκαμε στην Αθήνα, εκκλησία δεν είδαμε και μου
λες για τη φωνή; διακόπτει ο Σάκης τις οδηγίες του πατέρα…
—Θα ανέβουμε στην Αθήνα, στην Ομόνοια. Θα δεις και το σιντρι-
βάνι. Από κει θα πάρουμε ταξί, για το οικοτροφείο. Μας περιμένουν…
Αχαρνών 246, το θυμάμαι το έχω και στο μπλοκ. Μου είπανε ότι, με τα
πόδια, είναι δρόμος μισής ώρας το πολύ… Αύριο θα πάμε στην αρχιεπι-
σκοπή για εκκλησία.
—Γιατί δε θέλεις να μείνω στο καλύμνικο σπίτι, τη Τσαμαδού που
λένε; Εκεί είναι όλοι Καλύμνιοι φοιτητές. Πιο ωραία θα είναι.
—Καλύτερα θα είναι στο οικοτροφείο. Οικονομικά, με έλεγχο…
—Μικρός είμαι για να θέλω έλεγχο;
—Θα δεις, στο οικοτροφείο θα είναι πολύ καλά. Θα προσηλωθείς
στα διαβάσματα σου… Δεν εμπιστεύομαι την Τσαμαδού. Ακούω και
κάτι παράξενα. Λοιπόν, άντε, ξεκινάμε για τον ηλεκτρικό.